Watch

Paraphernalia

paraphernalia

noun plural but singular or plural in construction par·a·pher·na·lia \ˌper-ə-fə(r)-ˈnāl-yə, ˌpa-rə-\

Simple Definition of paraphernalia: objects that are used to do a particular activity : objects of a particular kind

Full Definition of paraphernalia:

1 :  the separate real or personal property of a married woman that she can dispose of by will and sometimes according to common law during her life

2 :  personal belongings

3 a :  articles of equipment :  furnishings

   b :  accessory items :  appurtenances

PicMonkey Collage1

Αν περάσεις από έξω δε γίνεται να μη σταματήσεις. Κολλάει το μάτι στη βιτρίνα και ωπ βρίσκεσαι ήδη μέσα και κοιτάς σα χάνος όλα αυτά τα υπέροχα πραγματάκια που υπάρχουν γύρω σου. Πόμολα, λάμπες παντός μεγέθους και χρώματος, τσάντα για το κολατσιό σου, κούπες για τον καφέ σου ή το τσάι σου, κοσμήματα, το περιοδικό Kinfolk, το Kinfolk Table, φανταστικά κεριά μέσα σε ιδιαίτερα βαζάκια, τετράδια, πιάτα με μαιμούδες και αλεπούδες και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς, καθρέφτες σε σχήμα πολυγώνου ή και τριγώνου, βάζα με πιτσιλιές αλά Pollock για τα λουλούδια σου, το περιοδικό Cereal για να χορτάσει το μάτι σου εικόνες. Κομμάτια απίστευτου design διαλεγμένα από όλη την Ευρώπη κλείστηκαν σε 50 τετραγωνικά και σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις.

Και ένα plus μυστικό: με το που μπεις στο δεξί σου χέρι στο βάθος υπάρχει μια σκάλα. Που στριφογυρνάει. Ε, αυτή τη σκάλα να την ανέβεις.

PicMonkey Collage2 PicMonkey Collage3

Διεύθυνση: Ιωάννου Παπαρρηγοπούλου 15, Αθήνα 105 61

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply