5 things Projects

Five things #1

«Το φως στη λάμπα τρεμοσβήνει και πεθαίνει. Ο άνεμος πετάει τα χαρτιά στο πάτωμα. Δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνο επειδή κάποιο σύρμα στα ακουστικά αποσυνδέθηκε. Το νερό στο βάζο με τα λουλούδια εξατμίζεται και τα λουλούδια μαραίνονται και πεθαίνουν. Όλα αυτά με τραβούν στα πράγματα και στις ζωές τους. Πρέπει να επιδιορθώσω τα πράγματα, να φωνάξω ηλεκτρολόγο, να ξαναγεμίσω το βάζο, να βγω και ν’ αγοράσω άλλα λουλούδια…» γράφει ο Ian Hodder, στη Συνύφανση πιστεύοντας ακράδαντα ότι τα πράγματα παγιδεύουν, αντιστέκονται, συνυφαίνονται με τη ζωή μας και εν τέλει φτιάχνουν εμάς τους ίδιους με πολλούς τρόπους.
Τα πράγματα, που τα θεωρούμε άψυχα, εφήμερα και επιφανειακά, στην πραγματικότητα διαρκώς αλλάζουν, κινούνται,  έλκονται ή απωθούνται μεταξύ τους, πάλλονται, έχουν φόρτιση, δύναμη, ταχύτητα, θερμότητα. Εν ολίγοις, είναι αυτόνομες οντότητες, έχουν μιαν ύπαρξη που «στέκεται» στον δρόμο μας και άρα δε προσπερνιέται με ευκολία, ενώ εμείς με τις καθημερινές μας δοσοληψίες στηριζόμαστε στην υποτιθέμενη σταθερότητά τους.

Το «5 things» είναι μια προσπάθεια κατανόησης του κόσμου των αντικειμένων μέσα στον οποίο επιλέγει να ζει ο καθένας από εμάς. Ενός κόσμου εντός των ορίων του οποίου άνθρωποι και αντικείμενα εμπλέκονται, αλληλεπιδρούν με απρόσμενους τρόπους, συνομιλούν. Ενός κόσμου στον οποίο τα αντικείμενα γίνονται υποκείμενα, διαμορφώνουν ταυτότητες και αφηγούνται ενδιαφέρουσες προσωπικές ιστορίες.

 

Game NightΑυτή είναι η Χαρά και σήμερα θα μας δείξει τα πέντε πιο αγαπημένα της πράγματα και θα μας εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έχει δεθεί τόσο μαζί τους.

Ξεκινάμε;

DSC_0847Αγαπημένο #1

Αυτά τα σκουλαρίκια ήταν δώρο επετείου. Ακουμπούσαν πάνω σε ένα μπλε βελούδινο μαξιλαράκι που βρισκόταν μέσα σε ενα απλοφτιαγμένο χάρτινο κουτάκι, που βρισκόταν μέσα σε ένα μικρό ξύλινο κουτάκι που βρισκόταν μέσα σε ένα όμορφο, μεγάλο, ζωγραφισμένο, ξύλινο κουτί. Για να τα δω, έπρεπε να ανοίξω την ομορφία του μεγάλου ζωγραφισμένου ξύλινου κουτιού και, χωρίς να την παραμελλήσω, να το αφήσω στην άκρη. Να επεξεργαστώ με περιέργεια και ανυπομονησία το μικρό ξύλινο κουτάκι, διστάζοντας για λίγο να το ανοίξω, στη σκέψη πως ο ενθουσιασμός μου μπορεί να σβήσει γρήγορα άμα δεν μ’αρέσει το περιεχόμενό του. Οι εκπλήξεις όμως συνεχίστηκαν όταν αντίκρισα το απλοφτιαγμένο χάρτινο κουτάκι, δεμένο δειλά με συρρπτικό, τραχύ και γκρίζο εξωτερικά, φορτωμένο με την ευθύνη να κουβαλάει το άγνωστο μέχρι τότε δώρο. Το ταρακούνησα προσπαθώντας να μαντέψω τι έχει μέσα όμως δεν τα κατάφερα. Έτσι με προσοχή, το άνοιξα από μια μικρή σχισμάδα. Τα σκουλαρίκια κάθονταν πάνω στο μπλε βελούδινό μαξιλαράκι, που με τη σκοτεινάδα του, έκανε ακόμα πιο έντονη τη λάμψη τους. Το κάθε σκουλαρίκι είχε τρεις κύκλους. Έναν λαμπερό και βαθύ, για τον έρωτα, ένα λευκό στη μέση για την ανακωχή, τη συγγνώμη και τη συγχώρεση και ένα γαλάζιο, σαν το γέλιο που φυλάει τη παιδικότητα ζωντανή.
Κάτω κάτω, στον πάτο του μεγάλου κουτιού ήταν μια κάρτα μέσα σε σελοφάν. Άγραφτη, λευκή από μέσα, για να χωράει έτσι όλα τα λόγια και τις ευχές, χωρίς τον φόβο πως ξεχάστηκε καμία. Α, και ένα όμορφο σελοτέιπ. Άλλωστε όλοι ξέρουμε πως το σελοτέιπ, τα επιδιορθώνει, όλα.

DSC_0863Αγαπημένο #2

Το να βρεις πάρκινγκ στο Χαλάνδρι στις 10 το πρωί καθημερινής είναι τόσο δύσκολο όσο το να πιστέψεις πως το παγωτό δεν είναι superfood. Κι όμως τον τελευταίο καιρό, είχα βρει ένα απομονωμένο στενό που ως δια μαγείας, κάθε μέρα περίσσευε μια θέση για μένα! Μου άρεσε πολύ αυτό το δρομάκι γιατί προς το τέλος του, μέσα από μια αυλή, ξεπρόβαλε μια κατακίτρινη μιμόζα και μοσχομύριζε ο τόπος! Αυτή η μυρωδιά μου φέρνει στο μυαλό θολές αναμνήσεις παιδικής ανεμελιάς, τότε που τα απογεύματα ήταν αφιερωμένα στην ονειροπόληση και στα τηλέφωνα με την κολλητή. Ίσως απλά να μου θυμίζει τη μαμά μου.
Μια μέρα, είχε μπει πια χειμώνας, στάθηκα κάτω απ’ τη μιμόζα και μύριζα ότι είχε απομείνει από τα κίτρινα χνουδωτά λουλουδάκια της . Είδα πως κρέμονταν από τα κλαδία της φασόλια με τους σπόρους της. Έκοψα μερικά, τα έχωσα στη τσέπη του μπουφάν μου και αφού τα γυρόφερνα για κανένα μήνα από το γραφείο στο αυτοκίνητο, μια μέρα αξιώθηκα να θυμηθώ να τα φέρω σπίτι. Περίμενα να μπει η άνοιξη, να ζεστάνει ο καιρός και με το που έσκασε Μάρτης, έσπασα κι εγώ τα φασόλια μου. Έβαλα τους σπόρους σε βρεγμένο βαμβάκι κάτω από το λαμπατέρ της κουζίνας, τους τραγούδησα ένα αυτοσχέδιο τραγούδι παρακαλώντας τους να ανθίσουν και περίμενα να δω την πρώτη πράσινη μυτούλα.
Οι μέρες περνούσαν και είχα σχεδόν πεισθεί πως η απόπειρα μου είχε αποτύχει. Ένα βράδυ, πριν κλείσω το λαμπατέρ, κοίταξα τους σπόρους μου, ξεφύσηξα και αποφάσισα πως “αύριο θα τους πετάξω”. Τελικά, κι ο άγιος φοβέρα θέλει. Το επόμενο πρωί, η πρώτη πράσινη μύτη είχε σκίσει το βαμβάκι και πόζαρε με νόημα μπροστά μου! Λίγες μέρες μετά, οι πιθανότητες μου να αποκτήσω τη δικιά μου μοσχοβολιστή μιμόζα αυξήθηκαν κατά δύο σπόρους! Όλοι η παρέα μεταφυτεύθηκε σε χώμα και τα τραγούδια μου τώρα παρακαλούν να αντέξουν οι βλαστοί μου φίλοι το ζεστό καλοκαίρι που έρχεται!

DSC_0733fΑγαπημένο #3

Τα γυαλιά μου δεν θα μπορούσαν παρά να είναι κίτρινα. Εδώ και 10 χρόνια είχα μάθει πώς να οδηγώ στον αυτόματο, πώς να περπατάω με το βλέμμα καρφωμένο ευθεία ή στο πάτωμα ώστε να αποφύγω την αμήχανη στιγμή που κάποιος γνωστός θα περάσει από δίπλα μου χωρίς να τον αναγνωρίσω, πώς να μαντεύω τους υπότιτλους στο σινεμά και πώς να διαβάζω τα χείλη – όπα, όπα, η μειωμένη ακοή μου είναι άλλο κεφάλαιο! Όταν πρωτοφόρεσα τα κίτρινα γυαλιά μου θυμήθηκα πως τα πεύκα έχουν βελόνες, ξεχώρισα τη βροχή από την ομίχλη, μπόρεσα με σιγουριά να ξαναπαίξω το παιχνίδι των παιδικών καλοκαιριών με τις πινακίδες των αυτοκινήτων και ανέτρεξα σε παλιές φωτογραφίες για να επιβεβαιώσω πως η όρασή μου, δεν είχε να κάνει με τα σχόλια των φίλων μου σχετικά με το γούστο μου στους άνδρες. Ίσως υποθέτεις πως η μυωπία μου χτυπούσε διψήφιο αριθμό, κι όμως, έχω μόνο έναν βαθμό στο κάθε μάτι. Ένας βαθμός ήταν αρκετός για να ζω μια μυ-ωμένη πραγματικότητα για χρόνια. Καλά το κατάλαβες, ήμουν μια πριγκίπισσα χαμένη στο δάσος και αυτός ο βαθμός ήταν το μπιζέλι κάτω από τα 100 φιλόξενα στρώματα, ήταν το αγκάθι στη πατούσα του λιονταριού, που γλίτωσε από την ταλαιπωρία με τη βοήθεια ενός ποντικού, όπου στη δική μας περίπτωση είναι κίτρινος, πλαστικός και πλέον, η μόνιμη θέα από την μύτη μου!

DSC_0812Αγαπημένο #4

Την πρώτη φορά που θυμάμαι να είδα αυτό το καθρεφτάκι, ήταν πάνω στο πλυντήριο της γιαγιάς μου, στο σπίτι στου Ζωγράφου. Φαντάζομαι πως προηγουμένως, θα είχε ταξιδέψει μαζί της σε όλα τα μέρη της Ελλάδας που είχε μείνει κατά καιρούς. Στη Κύπρο, που τη φώναζαν καλαμαρού και από την υγρασία έσταζαν οι τέντες μές το κατακαλόκαιρο, στις Σπέτσες, με τη μισή μερίδα στις ταβέρνες και τη φίλη της τη φαρμακοποιό, στη Κρήτη, με τα τσιγάρα και τις παραλιακές βόλτες, στο αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη που την γλυκοκοιτούσε η Αρλέττα. Η γιαγιά μου ήταν η καλύτερη νοικοκυρά αλλά πάντα αριστοκράτισσα, κοκέτα, χωρίς κρέμες και βαφτικά, αλλά στον τρόπο που κοιτούσε και καθόταν στην καρέκλα όταν πήγαινε επίσκεψη. Ακόμα και στον τρόπο που έβγαζε τα φρύδια της στο μπαλκονάκι με αυτό το καθρεφτάκι, κάτι καλοκαιρινά απογεύματα, όταν είχε πέσει ο ήλιος, φύσαγε αεράκι και μπορούσε να αναπνεύσει. Βλέπεις τα τσιγάρα έχουν το κόστος τους, και η ζωή ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου φέρει…
Κάποιο από αυτά τα καλοκαιρινά απογεύματα θα ήταν, που η γιαγιά μου θα μετρούσε μελαγχολικά τα αυτοκίνητα που κατέβαιναν από το απέναντι βουνό, θα σκεφτόταν και θα ξανασκεφτόταν αναμνήσεις από κείνα τα χρόνια τα χαρούμενα, οι γρύλοι θα τραγουδούσαν μέσα στην υγρασία του νησιού κι εγώ, στην εφηβεία, θα αποφάσιζα να βγάλω πρώτη φορά τα φρύδια μου, με αυτό το καθρεφτάκι. Από τότε θα είναι, που ξεκίνησα να το ταξιδεύω εγώ όπου πηγαίνω και να το αφήνω να ξεκουράζεται πάνω στο δικό μου πλυντήριο.
Η γιαγιά μου έφυγε πριν λίγα χρόνια. Πήγε να ξεκουραστεί και να ξεχάσει όλα αυτά που γύριζαν και ξαναγύριζαν σαν ταινία χωρίς τέλος στο μυαλό της. Αν περάσουν χρόνια και πάει να ξεθωριάσει η μορφή της, αν ποτέ πάω να ξεχάσω τη φωνή της, τότε θα ανοίξω το καθεφτάκι, θα γίνω μικρή, θα μπω μέσα στον μεγεθυντικό καθρέφτη και θα πάω να τη βρω στη Κύπρο, στις Σπέτσες ή καλύτερα, για μια βόλτα παραλιακή στη Κρήτη, με γέλια, ιστορίες από κείνα τα χρόνια τα χαρούμενα και τσιγάρα, πολλά τσιγάρα.

DSC_0741dΑγαπημένο #5

Θα μπορούσα να πω πως η ακαταστασία στο γραφείο μου είναι κάτι που, αποδεδειγμένα πια, αγαπώ να μισώ. Αν σκάψεις κάτω από τις στοίβες βιβλίων και χαρτιών θα βρεις αποδείξεις του 2006, σελοφάν από σοκολάτες, αναπτήρες, παυσίπονα κάθε λογής, σκόρπιες τσίχλες, λαστιχάκια για τα μαλλιά, μια μυρμηγκοφωλιά, το αγαπημένο σου cd από τη δεκατιά του ’90 και το χαμένο, διαβολικό δίδυμο αδελφό του Χοσέ ντελ Τσίλι κον Κάρνε! Ένα πράγμα όμως θα βρεις πάντα ξεσκονισμένο και όρθιο σε περίοπτη θέση: Τους πέντε προστάτες μου. Ο πρώτος είναι ο δρουίδης Πανοραμίξ, προστάτης της ψυχραιμίας και της καλής πνευματικής υγείας. Ο δεύτερος είναι ο Μάγος της Ντίσνεϋ, προστάτης της φαντασίας και των σουρεαλιστικών ονείρων. Ο τρίτος είναι ο γαλήνιος κύκνος, φύλακας των κρυφών γνώσεων και εξολοθρευτής των κακών παρορμήσεων. Τέταρτη είναι η ροζ νεράιδα, που με το σκύπτρο της μπορεί να διαλύσει από το μυαλό κάθε παράλογο άγχος και αγωνιά. Για το τέλος άφησα τον ισχυρότερο, τον προστάτη της δύναμης, ένα μικρό ξύλινο εικόνισμα.
Μου το έδωσε ο πατέρας μου τη πρώτη μέρα που πήγα σχολείο, μαζί με την ευχή και κατάρα να μην αφήσω ποτέ τη νοητή βέργα της συνείδησής μου να λυγίσει. Σαν μικρό παιδί, το κρατούσα πάντα σφιχτά πριν από κάθε διαγώνισμα για να τα πάω καλά. Μεγαλώνοντας, μαζί με την αμφισβήτηση της πίστης και τον εξορθολογισμό της κάθε θρησκείας, το ξύλινο εικονισματάκι συνέχιζε να είναι, ξεχασμένο το περισσότερο διάστημα, μέσα στη θήκη της τσάντας μου, μέχρι που ήρθαν οι πανελλήνιες και η ανάγκη μου για δύναμη και πίστη στον εαυτό μου το έβαλαν ξανά στη χούφτα μου, να μαζεύει όλο τον ιδρώτα και την αγωνία, αλλά και το ευχαριστώ στο άγνωστο μετά από κάθε επιτυχία.
Μέσα στα χρόνια, ο πέμπτος προστάτης, έχει ρουφήξει τόση ενέργεια και δύναμη μέσα από το χέρι μου και είναι έτοιμος να μου τη δώσει πίσω όταν την χρειαστώ. Μέχρι σήμερα, στις δύσκολες στιγμές τον σφίγγω, γερά, όσο πιο σφιχτά μπορώ, πιστεύοντας πως το κακό θα προσπεράσει, και νιώθω πως δεν είμαι μόνη μου. Έχω πίσω μου, τη σκιά του πατέρα μου και τη φωνή του μέσα στο κεφάλι μου να με εμψυχώνει και να μου θυμίζει πως όσο ζω, πρέπει να μάχομαι.

Hara Luna Ch.K, Graduate of N.T.U.A. School of Architecture, Graphic Designer, Illustrator
Find her here http://haraluna88.wix.com/chkillustrations and here http://chk-piece-of-pie.tumblr.com/ and here http://haraluna.tumblr.com/

You Might Also Like