Read

3 ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΑΠΛΩΣΤΡΑ

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων-Jean-Michel Guenassia

«Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις τον χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός.»

(σελ. 317)

Το διάβασα πέρυσι το καλοκαίρι στη Νάξο. Με ρούφηξε κανονικότατα και έτσι δε μου πήρε και πολύ καιρό να το τελειώσω. Πρόκειται για ένα έργο σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Πρωταγωνιστής μας είναι ο Μισέλ Μαρινί, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, μανιώδης αναγνώστης και θαμώνας τού «Balto», ενός bistro στη λεωφόρο Ντανφέρ-Ροσρώ, όπου συναντιέται με τους φίλους του για να παίξουν ποδοσφαιράκι. Ο Μισέλ λοιπόν, θα γίνει μέλος μιας λέσχης σκακιστών, που εδρεύει στο πίσω μέρος του συγκεκριμένου bistro. Γίνεται φίλος με τα υπόλοιπα μέλη και μαθαίνει σιγά σιγά τις ιστορίες του καθενός. Είναι όλοι τους πολιτικοί πρόσφυγες, κυρίως από την ανατολική Ευρώπη, που έφυγαν τρέχοντας από τα σπίτια τους, αφήνοντας πίσω αδέλφια, φίλους, γυναίκες και παιδιά, χωρίς καμιά δυνατότητα επιστροφής.

Μην βγάζεις όμως εύκολα συμπεράσματα. Γιατί αυτό το βιβλίο δεν είναι απλά ένα μυθιστόρημα με ιστορικό-πολιτικό περιεχόμενο, αν και προσωπικά οι ιστορικές αναφορές του βιβλίου με παρότρυναν αρκετές φορές να ψάξω μόνη μου για ολόκληρο το ιστορικό παρασκήνιο, και αυτό είναι κάτι που ανεβάζει πολύ ένα βιβλίο στα μάτια μου. Το βιβλίο, όμως, ξαναλέω, δεν θα το συμπεριλάμβανα στη λίστα με τα ιστορικά μυθιστορήματα. Το ενδιαφέρον σ’ αυτό είναι οι ιστορίες των ανθρώπων, οι επιλογές που έκαναν σε κρίσιμα στιγμές στη ζωή τους, οι επιπτώσεις που αυτές είχαν στους ανθρώπους γύρω τους, αλλά κυρίως στους ίδιους. Τα ερωτηματικά που τους βασανίζουν, οι αναμνήσεις που δεν τους αφήνουν να κοιτάξουν μπροστά κάνουν την εξέλιξη των χαρακτήρων ασυνήθιστα ενδιαφέρουσα. Και φυσικά, πώς όλα αυτά κατάφεραν και ένωσαν αυτούς τους ανθρώπους, που προέρχονται από διαφορετικές χώρες, διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, έχουν διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και αντιλήψεις για τη ζωή, ωθώντας τους στη δημιουργία αυτής της αλλόκοτης παρέας, με τους τόσο απίθανους δεσμούς.

Δεν ξεχνώ φυσικά και την οικογένεια και τους φίλους του Μισέλ, ο πιο «φυσιολογικός» περίγυρος του πρωταγωνιστή. Χαρακτήρες που μεγαλώνουν, αγαπιούνται, απομακρύνονται, εξαφανίζονται και που, ο καθένας ξεχωριστά και με τον τρόπο του, είτε επίτηδες είτε αβίαστα, επηρεάζουν αναπόφευκτα την διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Το γράψιμο είναι από τα πιο ευχάριστα, κυλάει ανεμπόδιστα και ακούραστα, χωρίς όμως να χάνει σε ποιότητα. Ταξιδεύει εύκολα κανείς, μέσα από τις λέξεις, στο Παρίσι του 1960, σα να βλέπει μια ασπρόμαυρη γλυκιά γαλλική ταινία του Τρυφώ ή του Γκοντάρ.

Και τώρα ας περάσουμε στο εξώφυλλο.  Η φωτογραφία του εξωφύλλου λοιπόν στην ελληνική έκδοση είναι η ίδια της γαλλικής, και ανήκει στον Henri Cartier-Bresson. Ο Bresson ήταν ο πρώτος φωτογράφος που έμαθα και αγάπησα όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι ενεργά με τη φωτογραφία. Επίσης μέσα από τις φωτογραφίες του Bresson αλλά και του Brassai λάτρεψα το Παρίσι τόσο που όταν τελικά μπόρεσα και το επισκέφτηκα με έπιασαν τα κλάματα μπροστά σε συγκεκριμένα μέρη της πόλης που τα γνώριζα ήδη μέσα από τις φωτογραφίες τους. Τελοσπάντων, η δουλειά του είναι εξαιρετική και προτείνω να ψάξεις και να δεις φωτογραφίες του γρήγορα! Κλείνω με ένα ακόμα απόσπασμα του βιβλίου:

«Σήμερα, μετά απ’ ό, τι ακολούθησε, σκέφτομαι πως δεν θα ‘ταν φοβερό ν’ ανάβαμε ένα κερί. Αφού τόσοι άνθρωποι στον κόσμο ανάβουν τόσα κεριά και καντήλια, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό βοηθάει κι ότι κάθε τόσο, απ’ τις αμέτρητες φλόγες που τρεμοσβήνουν, όλο και κάποια προσελκύει την προσοχή Του ή, πάλι, ότι τις ανάβουμε απλώς για να μη νιώθουμε ολομόναχοι μες στο ανθρώπινο σκοτάδι. Όμως, αν σκεφτεί κανείς πόσες φλόγες άναψε ο άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του, τις αναρίθμητες προσευχές και γονυκλισίες, τότε κάλλιστα μπορεί να πει ότι ο Θεός, αν υπάρχει, δεν περιμένει πια τίποτα από εμάς.»
(σελ. 296)

DSC_1519

Μάνη-Πάτρικ Λη Φέρμορ

Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ δεκαοχτάχρονο παιδί, ξεκίνησε από το Λονδίνο και πήγε με τα πόδια στην Κωνσταντινούπολη, ναι με τα πόδια καλώς διάβασες. Ξεκίνησε το 1933 και έφτασε εκεί την Πρωτοχρονιά του 1935! Ιρλανδικής καταγωγής, γνώστης της ελληνικής γλώσσας, στον πόλεμο κατατάχτηκε στην «Ιρλανδική Φρουρά», τοποθετήθηκε σύνδεσμος στην Αλβανία, πολέμησε τους Γερμανούς στην Κρήτη – όπου έπεσε με αλεξίπτωτο. Μεταμφιεσμένος σε βοσκό, έζησε πάνω από δυο χρόνια στα κρητικά βουνά οργανώνοντας ομάδες αντίστασης. Ήταν ο αρχηγός της ομάδας εκείνης που με απίστευτη κουζουλάδα αιχμαλώτισε τον Γερμανό Διοικητή Κρήτης, Στρατηγό Κράιπε. Μέχρι το τέλος της ζωής του, έζησε στον τόπο που αγάπησε περισσότερο στην Ελλάδα, στην Καρδαμύλη, που θεωρεί πατρίδα του αφού όπως έχει ο ίδιος πει «Πατρίδα είναι εκεί που έχουμε τα βιβλία μας»!

Το συγκεκριμένο βιβλίο το αγόρασα από το βιβλιοπωλείο του Γρηγόρη στην Καρδαμύλη κατά τη διάρκεια των διακοπών του Πάσχα. Αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν στην Καρδαμύλη, δεν γνώριζα τίποτα απολύτως για αυτόν τον άνθρωπο. Φέτος λοιπόν που έμαθα για αυτόν έσπευσα να διαβάζω κάτι από όλα αυτά τα όμορφα που έχει γράψει. Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, στο συγκεκριμένο βιβλίο (γιατί ακόμα δεν έχω καταφέρει να διαβάσω κάποιο άλλο που έχει γράψει) δεν περιορίζεται μόνο στην περιγραφή του χώρου αλλά  σμιλεύει αριστοτεχνικά τα πρόσωπα, ανιχνεύει τα ήθη, σταχυολογεί τα έθιμα και τα συγκρίνει με παρόμοια στη Μεσόγειο, ψάχνει απαντήσεις ακολουθώντας την ιστορική διαδρομή τόπου και ανθρώπων, ή βυθιζόμενος στη γοητεία των μύθων τους.

Μαζί του σεργιανάς στα καλντερίμια της Αρεόπολης, θυμάσαι τα μακελέματα του ‘21, τους αιώνες της αμείλικτης βεντέτας που θυσίασε ολόκληρες γενιές ανθρώπων. Μαθαίνεις για τις γέννες, όπου κάθε φορά που η μάνα γεννούσε αρσενικό, συγγενείς και φίλοι έκαναν πανηγύρι γιατί …«γεννήθηκε τουφέκι», ενώ τα θηλυκά δεν είχαν κανένα άλλο προορισμό πάνω στη γη, παρά να γεννούν τουφέκια! Σου θυμίζει τα φοβερά μανιάτικα μοιρολόγια, σε ένα τόπο πικρό, που έζησε αιώνες παρέα με το θάνατο, τη στέρηση, τον πόλεμο, την αγωνία, τον αγώνα. Σου εξιστορεί τους τρομερούς αλληλοσφαγμούς, μετά σε πάει στους χρόνους του κουρσέματος, με τους Μανιάτες πειρατές, παράτολμους και ξακουστούς, που ρίχνονταν στην περιπέτεια της θάλασσας μιας και κατοικούσαν σε μια γη όπου φύτρωνε μόνο πέτρα. Σε σεργιανάει στον αρχέγονο βράχο του Γερολιμένα, στο αραξοβόλι των πειρατικών το Πόρτο Κάγιο, στο Ταίναρο με το κλάμα του Ορφέα για την Ευρυδίκη και την πανάρχαια είσοδο του Αχέροντα, στο αρχαίο Οίτυλο (που κρατάει από την εποχή του τρωικού πολέμου), στη Λάγια, στα πλέον πολεμόχαρα χωριά Κίττα και Νόμια, στα σπαράγματα από κολώνες αρχαίων ναών, σε φτωχικά ξωκλήσια, στα ερείπια κάστρων άπαρτων, σε όλα όσα πλέκουν την συναρπαστική ιστορία του τόπου.

Γίνεσαι μέτοχος μιας ζωής που της περισσεύει η στέρηση. Κερνιέσαι και συ με τον συγγραφέα σε κάθε φτωχικό που μπαίνει, αξιοπρέπεια και φιλότιμο, ούζο και ξεφλουδισμένα φραγκόσυκα ή λούπινα -τα μόνα που μπορούσαν να προσφέρουν από καρδιάς οι φτωχοί μανιάτες το ‘52, στον μουσαφίρη. Το σεργιάνι του συγγραφέα σε αυτόν τον ηρωικό και αλλόκοτο τόπο, τελειώνει στο Γύθειο, απέναντι από το Μαραθονήσι, που ανακαλύπτει έκπληκτος ότι πρόκειται για την αρχαία Κρανάη, το νησάκι, που κατά το μύθο, πέρασαν την πρώτη ερωτική τους νύχτα ο Πάρις και η Ελένη, μετά το φευγιό τους από την Σπάρτη, ή όπως γράφει ο συγγραφέας « εδώ και χιλιάδες χρόνια πριν, εκείνος ο σπουδαίος κι εμπρηστικός μήνας του μέλιτος, άρχισε ανάμεσα στους ψιθύρους και τα μάραθα».

Είναι ένα βιβλίο εξαιρετικό που προτείνω σε όλους εσάς που φέτος το καλοκαίρι θα βρεθείτε σε εκείνα τα μέρη. Συνδυάζεται με βόλτες στην περιοχή και με μια επίσκεψη στο σπίτι του συγγραφέα. Θα είναι μια εμπειρία εκπληκτική, σας το υπόσχομαι.

DSC_1510

Μεγάλοι Δρόμοι- Λένα Κιτσοπούλου

Όταν διαβάζεις διηγήματα της Κιτσοπούλου δεν γίνεται να βαρεθείς. Είναι μάλλον η γλώσσα της που κυλάει σαν χείμαρρος και δεν λιμνάζει ποτέ. Είναι οι λέξεις της που μοιάζουν με μπαλτά που δεν χαρίζεται σε κανέναν, που χτυπά καίρια όπου και όταν πρέπει. Είναι που διαβάζοντας μια μια τις γραμμές νομίζεις πως οι ήρωες θα ξεπηδήσουν από το βιβλίο και θα αρχίσουν να σου μιλάνε σε β’ενικό.

Οι ήρωες των διηγημάτων στους «Μεγάλους δρόμους» είναι εγκλωβισμένοι, καθηλωμένοι, αρρωστημένοι: άλλοτε πεζοί και άλλοτε ακραίοι, άλλοτε ερωτευμένοι κι άλλοτε απλώς ερεθισμένοι κινούνται εκτός μέσου όρου αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζουν και καθημερινές ακρότητες.

Πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών στην επαρχία, τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες των διαμερισμάτων της Αθήνας, μέσα στα κουπέ των τρένων, στα παιδικά δωμάτια, στα αυτοκίνητα της πόλης, οι ψυχές αναστενάζουν και η θέληση για διαφυγή είναι πιο ουσιαστική από ποτέ. Ένα βιβλίο που σου δένει το στομάχι κόμπο και σου υπενθυμίζει πως για κάποιους ανθρώπους εκεί έξω η ζωή δεν είναι εύκολο πράγμα.

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply