Watch

Νύχτες Πρεμιέρας – Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου

Χρόνια παρακολουθώ αυτό το φεστιβάλ. Άλλοτε ίσα που προλαβαίνω να μπω σε μια ταινία στο τέλος του, άλλοτε με κάρτα 20 προβολών και να γυρνάω την Αθήνα πρωί βράδυ βλέποντας ταινίες. Μερικές φορές μόνη και αμέριμνη και άλλες με παρέα να κουβεντιάζουμε τις ταινίες μέχρι να κλείσουν τα μαγαζιά της περιοχής. Μπαίνοντας και εγώ σε ρόλο ενός κινηματογραφικού χαρακτήρα που αναλύει θεωρίες και φαινόμενα χωρίς λόγο αλλά με έμφαση. Πάντα αυτό το φεστιβάλ λοιπόν ήταν σημειωμένο στα to do μου.

Πάντα ήξερα πως έχω κάτι να πάρω ακόμα και σε ταινίες που δεν μου άρεσαν, μαζεύοντας με αυτό τον τρόπο αναμνήσεις χρόνων γύρω από αυτή τη κατάσταση. Από την ατμόσφαιρα του καμένου πλέον Αττικόν που θύμιζε τα 50’s και τις πρωινές φτηνές δημοσιογραφικές προβολές που με καφέ στο χέρι αγουροξυπνημένη έβλεπα ταινίες στις 10 το πρωί, τις μεταμεσονύκτιες προβολές σύγχρονου Ασιατικού κινηματογράφου και τα αφιερώματα σε μεγάλους δημιουργούς, μέχρι το αστικό περιβάλλον του Δαναού και του Odeon, τα ηλεκτρονικά εισιτήρια και τα βραδινά party. Όχι, αυτό το φεστιβάλ δεν με ξενέρωσε πότε.
Αποτελεί μια ωραία διάσπαση της προσοχής μας, από την Αθήνα που βγάζει τα καλοκαιρινά της και αρχίζει να γκριζάρει μέσα μας, μια Αθήνα που υποδέχεται το φθινόπωρο με χαλαρή διάθεση και νωχελικότητα. Για αυτό ίσως είμαι πάντα εκεί, για να ξεφύγω και να παρακολουθήσω αυτό που τόσο λατρεύω, νέο σπαρταριστό cinema.

Φέτος λοιπόν, αποφάσισα να σε πάρω μαζί μου σε όσες ταινίες παρακολουθήσω, με μια μόνο κρυφή επιθυμία: να σε κάνω να αγαπήσεις τις Νύχτες Πρεμιέρας και να σε προσθέσω σε αυτήν την τεράστια παρέα που περιμένει το Σεπτέμβρη πως και πως, που δε βλέπει την ώρα κάθε χρόνο να κρεμάσει τα μαγιώ, να βάλει ζακετούλα και να παρακολουθήσει ταινίες τρώγοντας άφθονο ποπ κορν.

my-dinner-with-andre-heated-convo“Το δείπνο μου με τον Αντρέ” του Λουί Μαλ

Τι καλύτερο από το να ξεκινήσεις τη βόλτα σου στις ταινίες με δύο φίλους που βρίσκονται σε ένα καφέ στη Νέα Υόρκη για να μιλήσουν για το θέατρο. Δύο ώρες κουβεντούλα; Όχι, ούτε καν.. “Το δείπνο μου με τον Αντρέ”, δεν έχει τίποτα το παλιό και ας είναι ταινία του 1981. Αρχικά ίσως σε σοκάρει μόλις αντιληφθείς πως η ταινία θα διαδραματίζεται πάνω στο ίδιο τραπέζι για δύο ώρες χωρίς το πλάνο να φύγει ποτέ από εκεί. Εμένα μου λύθηκε η απορία της φαινομενικής στατικότητας εκ των υστέρων, όταν διάβασα πως προοριζόταν αρχικά για θεατρικό έργο, πως το έργο το γράψανε οι δύο πρωταγωνιστές εν ήδη αυτοσχεδιασμού και είναι έτσι κάπως αυτοβιογραφικό (αν και οι δύο τους το αρνούνται) και πως ο Μαλ (πολύ καλός/γνωστός σκηνοθέτης) μόνο που δεν τους παρακάλεσε για να το σκηνοθετήσει. Η σκηνοθεσία δεν λέει κάτι, γιατί δεν είναι εκεί η ουσία της ταινίας, ο Μαλ φαντάζομαι πως θα ήθελε απλά να υπάρχει και η δικιά του υπογραφή σε μια τέτοια δημιουργία.
Στο πρώτο μέρος η ταινία είναι άκρως αφηγηματική και αφορά την ζωή του Αντρέ και το πως και το γιατί την “άκουσε” και τα παράτησε όλα και όλους ενώ ήταν ένας επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας. Ωστόσο συνειδητοποίησα πως το έργο μου είχε προκαλέσει εξαρχής ότι και ένα βιβλίο: φανταζόμουν πιο πολύ αυτά που αφηγούταν ο Αντρέ παρά κοιτούσα την οθόνη. Η αφήγηση είναι τόσο ζωντανή και περιγραφική που δεν μπορείς να το αποφύγεις. Όταν εκ των υστέρων διάβασα πως ο Αντρε Γκρέγκορυ που υποδύεται τον Αντρέ τα είχε ζήσει όλα αυτά που περιγράφει κατάλαβα και το γιατί. Όπως και να έχει ήταν περίεργο συναίσθημα για ταινία. Στο δεύτερο όμως μέρος καταλαβαίνεις πως κάτι αλλάζει, πως ξεκινάει η κουβέντα και ένας δημιουργικός αντίλογος σου κεντρίζει την προσοχή. Παρακολουθείς μία συζήτηση με τον εαυτό σου εν πολύς, γιατί η συζήτηση δεν αφορά πλέον τον Αντρέ, γιατί αισθάνεσαι πως είσαι και από τις δύο πλευρές του τραπεζιού, γιατί πλέον η ταινία μιλά καθαρά για τους φόβους και τις επιθυμίες που κυριαρχούν σε κάθε άνθρωπο που ζει σε μια μητρόπολη και πηγαινοέρχεται καθημερινά σαν ρομπότ μέσα της. Αυτό είναι ο λόγος που ίσως πρέπει να τη δεις. Γιατί για κάνα εικοσάλεπτο μετά θα θέλεις να σκεφτείς σε πια καρέκλα καθόσουν, αν μπήκες στο ταξί του γυρισμού με τον “πρωταγωνιστή” ή αν έφυγες με τον Αντρέ για να κυνηγήσεις κάτι πραγματικά. Η κουβέντα γίνεται φαινομενικά με επιφανειακή επιχειρηματολογία αλλά αναδύεται ένα ουσιαστικό κατηγορώ στον αστικό τρόπο ζωής και έτσι συμπαρασέρνει μαζί του όλες τις πλευρές τις σκέψης. Από την καταξίωση, τον θάνατο, τον έρωτα και την κοινωνία τίποτα δεν μένει όρθιο, όλα αποδομούνται μέχρι τελευταίας ατάκας και ένας διάλογος που οι ιδέες των δύο συμπίπτουν στιγμιαία και μετά πάλι αντιτίθενται στα πλαίσια που βάζουν αυτοί οι δύο καταπληκτικοί δημιουργοί που με έχωσαν στο φεστιβάλ για τα καλά και δεν ήθελα να σηκωθώ απ τη θέση μου.

2-format6001“Το κτήνος μέσα μου” της Νικολέτ Κρέμπιτς

Κορίτσι, λίγο τρελό, λίγο παλαβό, λίγο καταθλιπτικό είναι πρωταγωνίστρια σε μια ιστορία στα όρια του γέλιου και της παράνοιας μέσα από ιδέες που δύσκολα τους δίνεις προσοχή με την πρώτη ματιά λόγω της κωμικής προσέγγισης. Βαριέται λοιπόν στη δουλειά, ψιλογουστάρει και τον προϊστάμενο και ενώ ένα πρωινό περιμένει το λεωφορείο στη στάση για να πάει στη δουλειά, απέναντι υπάρχει ένα δάσος. Και εκεί ακριβώς, απέναντί της στο δάσος, βλέπει ένα λύκο να την κοιτάζει με τα λάγνα του μάτια! Εντάξει λες, είμαστε οριακά, αλλά εντάξει. H συνέχεια όμως ήταν όντως από το αλλού φερμένη. Καταλαβαίνουμε μετά από λίγο πως μάλλον θέλει τον λύκο όχι ως το λατρεμένο της κατοικίδιο στο σπιτάκι της που είναι 2χ3, αλλά επειδή όντως τον γουστάρει. Και όταν εν τέλει καταφέρνει να αιχμαλωτίσει το λύκο, ζούνε μαζί σαν ερωτευμένο βρώμικο ζευγαράκι μακρυά από όλους και όλα μέχρι τα πράγμα να οδηγηθούν στα όρια τους. Ενώ όταν κάποια στιγμή ξυπνάει γεμάτη πόθο για τον λύκο, μας προσφέρει μια σκηνή αυνανισμού αντίστοιχης οπτικής με αυτή του Tarantino στο Death Proof, αυτή τη φορά όμως όχι δεμένη πάνω σε κάποιο αμάξι αλλά κατεβαίνοντας όλη τη σκάλα την πολυκατοικίας της καβάλα στο κάγκελο.

Γενικά η ταινία είχε πολύ γέλιο σε αρκετά σημεία που το βγάζει χωρίς επιτήδευση. Επίσης, υπάρχουν αρκετά συμβολικά στοιχεία στο έργο, αφού η υπερρεαλιστική τοποθέτηση του λύκου στη θέση του εραστή αλλάζει το τρόπο σκέψης για την ταινία από την αρχή. Με κύρια βάση σε όλες τις πλευρές της ταινίας την αναζήτηση της ελευθερίας και την σεξουαλικότητα που επισκιάζονται από το story, φτάνει στα πραγματιστικά του αδιέξοδα και τα αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια. Το αφεντικό της στη δουλειά παρουσιάζεται σαν ένας φιλικός καταπιεστής, που ως βάση της εξουσίας του καταλήγει να είναι το φύλο. Ο λύκος κυνηγός που δεν αφήνει περιθώρια για τη σχέση αφέντη-υποτακτiκού. Η γυναίκα που θέλει το αντικείμενο του πόθου της μέσα στο χώρο της φυλακισμένο. Η ταινία φτάνει νοηματικά στα άκρα για να αποδείξει αυτό που θέλει αλλά δεν έχει αφηγηματικά κενά και έτσι ακολουθείς το story με ευχαρίστηση. Συνειρμικά μου ήρθε η αντιστοιχία με εικόνες του Αντονιόνι από το Zabriskie Point και του Τρελού Πιερό με το ζευγάρι που δραπετεύει, όταν ο λύκος και η κοπέλα κάνουν το απονενοημένο βήμα προς τη φύση ως ύστατο καταφύγιο, για να γλυτώσουν από την κοινωνία και την κανονικότητα, ενώ το παρολίγον τρίο της κοπέλας με δύο άσχετους εργάτες μου έφερε στο νου σκηνή από το Nymphomaniac. Η ταινία έχει ρυθμό και το μαύρο βορειο-ευρωπαϊκό χιούμορ θα σε βοηθήσει να δεις τα πράγματα μέσα από μια πιο χαλαρή αφήγηση που ρέει. Γενικά πέρα από κάποια σημεία που θεώρησα πολύ τραβηγμένα την είδα αρκετά ευχάριστα. Σας προτείνω να την δείτε αν την βρείτε σε κάποιο torrent, γιατί δε νομίζω να την δούμε να παίζετε ξανά κάπου στην Ελλάδα. Αν και βραβευμένη παραμένει αρκετά εκκεντρική για το ελληνικό κοινό.

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply