Watch

Νύχτες Πρεμιέρας – Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου

Ημέρα 2η λοιπόν και παρακολούθησα δυο ταινίες και πάλι στο Δάναο! Ανάμεικτα συναισθήματα, πάμε όμως να σου μιλήσω λιγάκι για αυτές;
milou-en-mai-banniere-620x274«Milou En Mai» του Λουί Μαλ

«Έχεις ωραία μάτια όταν βλέπεις ωραία τοπία»

Ο Μιλού (Μισέλ Πικολί) δεν έχει αφήσει ποτέ το πατρικό του σπίτι, παρότι έχει πατήσει τα εξήντα. Είναι ένα μεγάλο, αδέξιο και αξιαγάπητο παιδί που φωνάζει δυνατά χωρίς να ντρέπεται, λερώνεται συνεχώς, αγαπά τη φύση και όλα της τα πλάσματα και φαίνεται να συνεννοείται πιο καλά με τα παιδιά παρά με τους συνομήλικους του. Και κάποια στιγμή η μητέρα του, με την οποία ζουν μαζί, πεθαίνει ξαφνικά σε χρόνο ταυτόχρονο με το ξέσπασμα του Μαΐου του ‘68 στο Παρίσι.

Και κάπως έτσι, όλη η οικογένεια μαζεύεται σιγά σιγά στο εξοχικό για την κηδεία, η οποία λαμβάνει χώρα με φόντο τα γεγονότα: η κόρη του Μιλού μαζί με τη δική της κόρη που κάνει πάντα τις πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Ο αδερφός του Μιλού, ο οποίος είναι ανταποκριτής της Le Monde στο Λονδίνο, και έτσι περνάει την περισσότερη ώρα στο ράδιο για να παρακολουθεί τις εξελίξεις, μαζί με τη γυναίκα του. Μια ανιψιά, η οποία ενδιαφέρεται μόνο για το σπίτι και την κληρονομιά. Και λίγο αργότερα προστίθεται στην παρέα ένας οδηγός φορτηγού, ο οποίος μεταφέρει ντομάτες και δεν μπορεί να μπει στο Παρίσι λόγω των γεγονότων και ο ανιψιός του Μιλού, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στην εξέγερση. Ο καθένας φτάνει στο εξοχικό με τις δικές του έγνοιες και ανησυχίες, αλλά, προοδευτικά, κυριαρχεί η άνοιξη και χαλαρώνει τους πάντες ακόμη κι όταν αναβάλλεται η κηδεία γιατί όλοι, ακόμα και ο κληρικός της περιοχής, απεργούν και δεν υπάρχει προσωπικό για την ταφή. Κάνουν μάλιστα και ένα θεσπέσιο πικ νικ στις πρασινάδες και μοιάζουν σαν ήρωες του «Προγεύματος στη χλόη» του Μανέ.

Πραγματικοί πρωταγωνιστές της ταινίας όμως αναδεικνύονται η νεκρή γιαγιά Βιεζάκ, πάνω στο νεκροκρέβατό της, και ο Μάης του 68, που ακούγεται συνεχώς, σαν ηχητική παραίσθηση, μέσα από το ραδιόφωνο.

Πέντε χρόνια πριν τον εντελώς πρόωρο θάνατό του, ο Λουί Μαλ, καταπιάνεται το 1990, με τον Μάη του ’68. Αυτή η χρονική απόσταση των 22 ετών λειαίνει και αποδυναμώνει όπως είναι φυσικό, την ένταση των γεγονότων, κρατώντας όμως ζωντανή την ανάμνηση η οποία αποδίδεται υποδόρια ως αίσθηση γλυκόπικρης αναπόλησης παρόλο που η πλοκή εκτυλίσσεται σε παρόντα χρόνο. Αξιοποιώντας στο μέγιστο βαθμό το σενάριο (που συνυπογράφεται από τον σκηνοθέτη και τον Ζαν – Κλοντ Καριέρ, επιστήθιο φίλο και σεναριογράφο του αναρχικού και σουρεαλιστή κινηματογραφιστή Λουίς Μπουνιουέλ) ο Μαλ απογυμνώνει και υπονομεύει όλους τους χαρακτήρες του, μετατρέποντας τους, σχεδόν, σε ήρωες καρναβαλιού, ντύνοντας τους με ένα παραμορφωτικό χαμόγελο και βάζοντάς τους να επιδίδονται σε ένα παραλήρημα παραλόγου και μικροπρέπειας.

Σταδιακά, όλοι τους από πρωταγωνιστές ενός μικρού και ασήμαντου δράματος, καλούνται να πάρουν θέση για ένα ευρύτερο δράμα το οποίο τους περικυκλώνει από το πουθενά και απαιτεί από αυτούς να διατυπώσουν άποψη. Η κυριότερη δίοδος επικοινωνίας με το απροσδιόριστο, ενίοτε απειλητικό ενίοτε σαγηνευτικό, «εκεί» με το «εδώ» είναι το ραδιόφωνο, το οποίο λειτουργεί ως δίοδος προς έναν άλλο κόσμο, μακρινό και τόσο κοντινό ταυτόχρονα. Για αυτό το λόγο, η πλοκή σκοπίμως τοποθετείται πολύ μακριά από τους φλεγόμενους παρισινούς δρόμους, στην επαρχιακή περιοχή του Μπορντό, όπου ο θάνατος της γιαγιάς αποτελεί την αφορμή για αυτήν την οικογενειακή συνάθροιση.

"L'Attesa" di Piero MessinaΗ «Μεγάλη Αναμονή» του Πιέρο Μεσσίνα

Η αφήγηση ξεκινάει με μια απώλεια, απώλεια που η οικογένεια και λίγο πιο συγκεκριμένα η Ζιλιέτ Μπινός, φαίνεται να μη συνειδητοποιεί. Η Μπινός λοιπόν είναι η μητέρα του Τζουζέπε, ο Τζουζέπε είναι νεκρός και αυτή καλύπτει αργόσυρτα το θάνατο του από την ερωμένη του που καταφθάνει τυχαία στο σπίτι, χωρίς να γνωρίζει τίποτα από όσα έχουν συμβεί.

Πολύ Ζιλιέτ, πολύ ωραία φωτογραφία όμως σε βαθμό φλυαρίας σε κάποια σημεία (πχ. δύο λεπτά μια σκηνή με την κοπέλα που γιου της Μπινός, που δεν έχει κανένα νόημα στην αφήγηση ή στο ξεδίπλωμα του χαρακτήρα της), ένα σενάριο με κενά και ένα στόρι που ξεκίνησε για μικρού μήκους (όπως ο ίδιος ο σκηνοθέτης μας πληροφόρησε μετά το τέλος της ταινίας) αλλά λόγω του μεγάλου καλλιτεχνικού όγκου της πρωταγωνίστριας που έφερε χορηγούς και αρκετή δημοσιότητα, η ταινία δεν χώραγε πια στην παρέα των μικρομηκάδων.

Η βάση της ταινίας είναι από την αρχή μέχρι το τέλος, η προσπάθεια της μητέρας να αποφύγει την ανακοίνωση του θανάτου του γιου της στην κοπέλα του και έτσι αφηγείται με ωραίο ρυθμό σε κάποια σημεία, τον πόνο της. Ωστόσο από τη μη ανακοίνωση αυτή, που δίνει ένα ρυθμό ζωντάνιας στην ταινία καθώς οι δύο πρωταγωνίστριες περνάνε πιο χαλαρές στιγμές, προκύπτει η ανάγκη της μητέρας να κρατήσει ζωντανό ένα κομμάτι από το γιο της για λίγο ακόμα. Αυτή είναι η αναμονή, αυτή που βρίσκεται στα μάτια της ερωτευμένης κοπέλας. Μοιάζει ανά στιγμές σαν το βασανιστήριο της σταγόνας, που αφενός φαίνεται κάπως σαδιστικό και ακατανόητο, όμως όσο το κίνητρο γίνεται προφανές  η συμπόνια αναδεικνύεται ως κυρίαρχο συναίσθημα για την μητέρα που ζει μια προσωρινή ευχαρίστηση που μένει πάντα μισή και καταλήγει και για την ίδια εξοντωτική.

Ο ρόλος της κοπέλας του Τζουζέπε είναι κάπως ρηχός από άποψη αντιδράσεων μπροστά σε μια αναμονή που μοιάζει ατελείωτη, σχεδόν βασανιστική. Ο θεατής φαντάζεται πως τα δύο παιδιά ίσως έχουν μια πολύ παράξενη σχέση καθώς αν και βρίσκεται μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού του χωρίς αυτόν, έχοντας απλώς την διαβεβαίωση δια στόματος της μητέρας του πως θα επιστρέψει σύντομα, σε όλη την ταινία ρωτάει που είναι δύο φορές το πολύ και όταν εν τέλει μαθαίνει για τον θάνατό του δεν ενδιαφέρεται να μάθει πως πέθανε και μένουμε όλοι με την απορία. Σε αυτό το σημείο να πω πως ο ρόλος του Πιέτρο, που βοηθάει τη μητέρα του Τζουζέπε στο σπίτι, είναι πολύ ωραία δομημένος και η ερμηνεία του ηθοποιού είναι εξαιρετική.

Η ταινία θα ήταν ίσως φοβερή ως μικρού μήκους που ήταν και ο αρχικός στόχος, με πολύ ωραία φωτογραφία που όμως χάνεται μέσα στον άπλετο χρόνο των δύο ωρών και που σου αφήνει και μια αίσθηση επιτήδευσης και αυταρέσκειας που μπορεί να καταλήξει πολύ κουραστική. Όπως μας είπε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, τόσο η εικόνα όσο και ο ήχος αλλά και ο τρόπος που αυτά τα δυο αποδίδονται προκύπτουν από την γενικότερη αγάπη του για την τέχνη, τόσο τη ζωγραφική και τη γλυπτική όσο και την επιρροή του από την Ρώσικη κλασσική φιλμογραφία. Φαίνεται λοιπόν πως μάλλον έθεσε πολύ υψηλούς στόχους, που εν μέρει τους έπιασε, από άποψη αισθητικής. Από άποψη σεναρίου όμως, μάλλον όχι. Εδώ, προς υπεράσπιση του, να πούμε πως είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και είμαι κυρίως απογοητευμένη μόνο και μόνο γιατί η ίδια η ταινία – λόγω της πομπώδους φωτογραφίας και των τόσο επιβλητικών σκηνικών της – με έβαλε εξαρχής στο τρυπάκι της πολύ σοβαρής κριτικής. Θα δώσω σίγουρα δεύτερη και τρίτη ευκαιρία στον σκηνοθέτη γιατί από άποψη αισθητικής περνάει με άριστα, έφυγα όμως μάλλον απογοητευμένη από το σινεμά.

Υ.Γ.: Είναι η πολλοστή φορά που «νέοι» καλλιτέχνες για να πλασαριστούν στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι πατάνε πάνω σε γνωστά ονόματα, μέχρι να καταλάβουν πως τελικά αυτοί είναι που την πάτησαν. Η Μπινός δεν είναι κακή αλλά δεν σε εντυπωσιάζει κιόλας με την ερμηνεία της. Επιπλέον είναι αυτή που έβαλε τον Πιέρο Μεσσίνα στη διαδικασία να γυρίσει την ταινία ως μεγάλου μήκους και δε ξέρω, νομίζω πως αυτό φταίει, νομίζω πως λόγω αυτού δεν υποκλιθήκαμε τελικά μπροστά σε ένα καθηλωτικό και υπέροχο φιλμάκι 15 λεπτών.

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply