Homeland Travel

57th Thessaloniki International Film Festival

Πήρα την απόφαση να ανέβω για 2ήμερο στη Θεσσαλονίκη λίγο αυθόρμητα. Ήθελα να ξεφύγω από την πιέση και να μπω λίγο στη διαδικασία του τουρίστα, που δεν νοιάζεται, απλά περπατάει χαρούμενος στην προβλήτα με την άχνη της μπουγάτσας να διακοσμεί το ακρόχειλό του. Ο σκοπός ήταν να πάμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου με μια τρελή φίλη που θα ερχόταν από Ελβετία και δύο φίλους από το πανεπιστήμιο. Κατάσταση reunion και φεστιβάλ μαζί. Σούπερ.
Όλα τα ωραία ταξίδια που έχω κάνει ξεκινάνε με ένα μικρό ξενέρωμα, έτσι κι αυτό. Ο ένας φίλος μας πούλησε τελευταία στιγμή και θα ταξίδευα μόνος μου τελικά.
Τρένο βραδινό, η διπλανή κουκέτα γεμάτη Ρομά να ακούνε τσιφτετέλια και εγώ στριμωγμένος στην θέση μου προσπαθώντας να μην ακουμπήσω τα πόδια του απέναντι. Μία κυρία απ’ έξω να φωνάζει πως της έκλεψαν το πορτοφόλι και ο “Τα εισιτήρια σας παρακαλώ” να με ξυπνάει για το πρώτο από τα πολλά τσιγάρα προς τον τερματικό.
Επειδή η καλτίλα είχε χτυπήσει κόκκινο, είπα να σταματήσω να αντιστέκομαι και να αφεθώ στην κατάσταση. Έτσι κατεβαίνοντας, η πρώτη μου γευστική επαφή με την πόλη ήρθε με ένα σαλεπάκι, που παρεμπιπτόντως με ζέστανε ως το κόκκαλο.

img_20161112_072454614Έφτασα Σάββατο ξημερώματα και η πόλη ήταν ακόμα ζωντανή, σε μια στιγμή vertigo ανάμεσα στη τέλος της νύχτας και στην αρχή της μέρας σκέφτηκα να μπω στο Berlin για μια μπύρα αλλά τελικά προτίμησα καφέ και περπάτημα στο λιμάνι όσο κρατούσε η ανατολή του ηλίου. Στην Αριστοτέλους ένας 40άρης με φωνή λαϊκατζή τραγουδούσε ερωτιάρικα ελαφρολαϊκά καλύπτοντας όλη την ηρεμία της πλατείας. Κάπου εκεί άρχισα να χαμογελάω, είχα φτάσει εκεί που έπρεπε. Σκέφτηκα πως δεν είμαι ο μόνος που χαλαρώνει, είναι Σάββατο πρωί και όλη η πόλη τεντώνει τα πόδια της μέσα στο διήμερο.
Χώθηκα λοιπόν μέσα σε μια προβολή για να μη πάρει ο ύπνος όσο θα περίμενα την υπόλοιπη παρέα να φτάσει. Η ταινία: “Apprentice” του Junfeng Boo (βραβευμένη με το Un Certain Regard στις Κάννες). Πολύ μπέρδεμα η κατάσταση. Η ταινία ήταν μια κριτική στην ιδέα της θανατικής ποινής – δι’ απαγχονισμού στη Σιγκαπούρη όπου εξελίσεται η ιστορία – που με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο μπερδεύεται με την προσωπική ιστορία του νέου εκπαιδευόμενου δήμιου της φυλακής. Ωραία μεν, χωρίς βαριά δραματική φόρμα αλλά με αρκετά νοήματα, ήταν μια περίεργη σίγουρα εισαγωγή στο πρωινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ.
Ανεβαίνοντας τις σκάλες προς την έξοδο και προσπαθώντας να καταλάβω την τελευταία σκηνή που διαδραματίζεται στο χώρο της εκτέλεσης άνοιξε μια πόρτα μπροστά μου και το μόνο που έβλεπα ήταν θάλασσα. Ένα μικρό σοκ με κοκκάλωσε εκεί. Μπουχτισμένος από τα ημι-υπόγεια σινεμά της Αθήνας, το να δεις το πέλαγος να προβάλει πίσω απο μια πόρτα ενώ ανεβαίνεις την σκάλα εξόδου του σινεμά ήταν μια αντίθεση που δεν περίμενα.
Όλο το φεστιβάλ, εκτός από την κεντρική σκηνή που είναι στην Αριστοτέλους, λαμβάνει χώρα στην προβλήτα στην άκρη του λιμανιού. Ένας χώρος πανέμορφος για βόλτα και κατεξοχήν φεστιβαλικός.

img_20161112_130911868
Συνάντηση με φίλους για τσίπουρα και μεζεδάκια στην αγορά Μοδιάνο και από εκεί κατευθείαν για το Παύλος Ζάννας για ταινία, με την κούραση να έχει πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία: “Όλες οι πόλεις του βορρά” του Dane Komljen, είναι μια εντελώς πειραματική και ποιητική ταινία με τις μακροσκελείς υπέροχες σκηνές της και την αφήγηση να σε καθοδηγούν σε ένα εσωτερικό ταξίδι. Ξεκινώντας από την απομόνωση, την κοινωνική παρακμή που δημιουργούν τα οικονομικά συστημάτα, την προσωπική σχέση με την φύση, τα σύνορα του χρόνου και της βαλκανικής γεωγραφίας μέχρι την φιλία και τον αντιφατικό της ρόλο σε ακραίες, βουβές σχέσεις όπως αυτή που μας διηγείται η ταινία. Ένας κόσμος που μοιάζει υπόγειος αλλα συνειδητός. Όπως είναι προφανές η ταινία ήταν βαριά, πολύ! Γενικά νομίζω πως δεν έχω δει μαζικότερη αποχώρηση από κινηματογράφο ενώ τρέχει η ταινία. Είναι από τις ταινίες που βγαίνεις και δεν ξέρεις τί να πεις. Ότι ήταν χάλια δεν μπορείς να το πεις. Πως την κατάλαβες πάλι, δυσκολεύεσαι με σιγουριά να το πεις. Σίγουρα ήταν τέχνη.

Λίγο ζαλισμένοι και προσπαθώντας να επεξεργαστούμε την ταινία ανηφορίσαμε την Αριστοτέλους. Το μόνο που πραγματικά θα μπορούσε να ξυπνήσει τις φάτσες μας ήταν η βιτρίνα του Τερκενλή. Αρχίσαμε να γλυφόμαστε απ’ έξω λες και είμασταν μέλη ενός ξυπόλητου κατοχικού τάγματος. Μετά απο λίγο συνήλθαμε, ανακτήσαμε το κύρος μας και ωσάν κύριοι μπήκαμε λες και είχαμε φτάσει μετά απο ώρες γυμναστικής εκεί και το δικαιούμασταν. Κάτι με γεύση σοκολάτα κάστανο, λευκή σοκολάτα και κάτι άλλο κατέκλυζε μετά από λίγο τον ουρανίσκο μου.
Η μέρα άρχιζε να μου μοιάζει ατελείωτη, οπότε κατευθυνθήκαμε προς το Bord De L’eau για να πιούμε κάτι, να χαλαρώσουμε και να συναντήσουμε μια σαλλονικιά φίλη fashion designer για περισσότερες λεπτομέρειες για την πόλη. Ο τύπος που ήταν πίσω από το bar έκανε παπάδες και γενικά τα κοκτέιλ ήταν άπαιχτα. Το μαγαζί ήταν σίγουρα hipsteroκατάσταση αλλά με αρκετά καλή διακόσμηση.
Το διάλειμμα τελείωσε και τρέχουμε για την τελευταία ταινία της μέρας. Ταινία; Μάλλον όχι. Για κάποιον λόγο οι παραγωγοί του “Cristine”, ταινίας για μια δημοσιογράφο που αυτοκτόνησε σε live μετάδοση ειδήσεων στην Αμερική, αποφάσισαν να κάνουν και ένα making of, που είχε ίδιο όνομα, διάρκεια και τιμή εισιτηριού. Για προφανείς λόγους ο φίλος που έκλεισε το εισιτήριο μπερδεύτηκε και βρεθήκαμε να παρακολουθούμε making of μιας ταινίας που δεν θα βλέπαμε ποτέ! Με τις μπαταρίες μας άδειες και το μυαλό στα κρεβάτια μας, κάναμε μια τελευταία τσάρκα στο λιμάνι μέχρι τον Λευκό Πύργο. Εκεί χωθήκαμε σε ένα στενάκι για μια μπουγάτσα με κιμά και γιαούρτι στο μαγαζί του Γιάννη. Εδώ να πω πως μετά απο ένα 8ώρο καλού ύπνου ήμουν ακριβώς στο ίδιο σημείο, αυτή τη φορά για γλυκιά μπουγάτσα και προφανώς ένα “Τοpino” (ναι προφανώς πήρα 5 κιλά, στη Θεσσαλονίκη ήμουν).

img_20161112_065427909_hdrΗ κυκλοφορία στο πεζοδρόμιο του λιμανιού σε λίγο καιρό θα χρειάζεται τροχονόμο τις Κυριακές αλλά αξίζει παναθεμά το. Σε λούζει ο ήλιος, μυρίζεις την αλμύρα του Θερμαϊκού δίπλα σου και είναι πλέον Νοέμβριος. Επόμενος σταθμός σινεμά Φρίντα Λιάππα: ο “Μισθοφόρος” του Sacha Wolf. Νεοζηλανδέζικο σινεμά, και μια ιστορία ενηλικίωσης και απελευθέρωσης από τους αυτόκλητους προστάτες να συνταιριάζεται με αυτό το βίαιο τρόπο ζωής των Μaοri. Τόσο βίαιη είναι και η ταινία. Μαφίες, επιβίωση, ελπίδα και μια γλυκόπικρη γεύση οικογενειακού δράματος δένουν αυτή την συμπαθητική ταινία. Βγαίνουμε και πάμε κατευθείαν για την επόμενη στο  Ζάννας που βρήκα εισιτήρια από τις ακυρώσεις που εμφανίζονταν λίγο πρίν την προβολή της ταινίας και εξαφανίζονταν στο επόμενο λεπτό. Είναι αρκετά σπαστικό και για εμένα να μπαίνουν άλλοι ενώ έχει ξεκινήσει η ταινία, αλλά να που η Θεσσαλονίκη είναι πλανεύτρα και οι κουβέντες για την ιστορία της, τους πόντιους πρόσφυγες, την Πλατεία Ελευθερίας και το πογκρόμ των Εβραίων και τα μνημεία τραβούσαν εξίσου το ενδιαφέρον. Η ταινία όμως στο Παύλος Ζάννας ξεκινούσε: “Μπαράκα και Μπαράκα” του Mahmoud Sabbagh που μας μετέφερε μέσα από μια κωμική ερωτική ιστορία στην ασφυκτικά επιτηρούμενη ζωή της Σαουδική Αραβία στην εποχή των social media όπου όλα μοιάζουν τέλεια αλλά δεν είναι, ενώ μεταφέρεται και ένα ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα ενός ένδοξου παρελθόντος γεμάτο ελευθερίες που χάθηκαν, μακρία από την θρησκευτική αστυνομία του σήμερα και τις ταξικές διαφορές που οξύνονται.
Λίγες ώρες πλέον για το τρένο της επιστροφής και με όλα τα εισιτήρια μας ακυρωμένα κάνουμε μια επίσκεψη στο Μουσείο Κινηματογράφου που βρίσκεται στην προβλήτα και ακριβώς δίπλα στην έκθεση φωτογραφίας με θέμα τους πρόσφυγες. Η φωτογραφία που με τάραξε ήταν τραβηγμένη στην Ειδομένη. Δύο μουσάτοι τύποι, γύρω στα πενήντα με εξήντα με διακριτικά των ομάδων εθελοντών στέκονται μπροστά από σκηνές που μένουν πρόσφυγες. Η λεζάντα από κάτω γράφει “Δύο Άστεγοι της Θεσσαλονίκης προσφέρουν βοήθεια στους πρόσφυγες”. Πάμε για μια τελευταία μπύρα με τον Κώστα που θα γυρίζαμε μαζί Αθήνα. Στην καφετέρια παίζει στον προτζέκτορα η Εθνική με τη Βοσνία, φανατισμός-γκόλ-πανηγυρισμοί και στο τέλος ισοπαλία. Κανείς δεν κέρδισε.

Μπαίνουμε τρέχοντας στο τρένο την τελευταία στιγμή. Κάθομαι. Περνάει ο τύπος “Τα εισιτήρια σας παρακαλώ”. Προσέχω να μην ακουμπάω τα πόδια του απέναντι μου. Κλείνω τα μάτια προσπαθώντας να ονειρευτώ έναν καλύτερο τρόπο να είχα περάσει το Σαββατοκύριακό μου.
Δεν βρήκα.

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply