Watch

The Wrong Man

Η αλήθεια είναι πως μου αρέσει να γράφω για ταινίες στις οποίες κάτι που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον, ίσως γιατί σπάνια θα απογοητευτώ από μια ταινία που διάλεξα προσεκτικά κοιτώντας σκηνοθέτη, παραγωγή και ηθοποιούς ή έχοντας ακούσει για αυτήν. Και ίσως επειδή μια αρνητική κριτική είναι τόσο εύκολη όταν συγκριθεί με τη δυσκολία της δημιουργίας, γεγονός που με κάνει κάπως να την απεχθάνομαι.

Κι όμως αυτή η ταινία που εν γένει με ιντρίγκαρε πάρα πολύ, με άφησε με το συναίσθημα του ανεκπλήρωτου στο τέλος. Αναμφίβολα όμως, παραμένει ένα αριστούργημα.
Στο προκείμενο τώρα, η ταινία είναι βαθιά επηρεασμένη από το ευρωπαϊκό ρεαλισμό. Δε θυμίζει σε τίποτα Χίτσκοκ όσο και αν μοιάζει με Χίτσκοκ. Στα συν της ταινίας, η εμφάνιση του στην αρχή σε κόντρα φως από κάμερα οροφής, μπροστά από μία τεράστια συρόμενη πόρτα (πιθανότατα αεροδρομίου) να μας αφηγείται μέσα στις σκιές την περιέργεια που περιβάλει αυτή την ιστορία που ξεσήκωσε πιθανότατα από κάποιο άρθρο εφημερίδας ή από κάποιο μυθιστόρημα και είναι από άκρη ως άκρη αληθινή. Το πρώτο που ίσως παρατηρήσει κάποιος βλέποντας την ταινία είναι το πόση βάση δίνεται στην ένταση της εικόνας. Ο πρώτος διάλογος ακούγεται μετά από 3 ή 4 λεπτά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μέχρι  εκείνη τη στιγμή λείπει κάτι. Η ιστορία ξεκινάει ήπια και η σκηνοθεσία απογειώνεται σε σημείο που αναγνωρίζεις την ικανότητα του σκηνοθέτη να  δομεί την ένταση, όχι μέσα από το σενάριο αυτή τη φορά, όπως στο Rear Window, αλλά προβάλλοντας παράλληλα και την καλλιτεχνική του πλευρά που περιγράφει με τόσο πειραματικό τρόπο την εξέλιξη που δεν θυμίζει σε τίποτα την αμερικάνικη σχολή του ’60. Τόσο το στήσιμο του κάδρου όσο και η διαρκής εναλλαγή στατικών σκηνών με κίνηση ή η εξέλιξη της δράσης μπροστά από στατική κάμερα μας μεταφέρει ένα ευρωπαϊκό αέρα. Όλα αυτά συνθέτουν ένα έργο που ίσως αντίστοιχο του να βρείτε το Ανατολικά της Εδέμ του Καζάν. Στο τέλος η ιστορία ξεφουσκώνει, όλα καλά, happy ending και πάμε για ύπνο. Ίσως θα έπρεπε να τελειώνει 5-6 καρέ πιο πριν, ίσως εκεί που με το βλέμμα του ο Χένρι Φόντα βλέπει αυτούς που τον κατηγορούσαν να τρέπονται σε φυγή. Ίσως το τέλος έπρεπε να ξεφύγει λίγο από την πραγματικότητα, ίσως, ίσως..

(Μικρή επισήμανση: στις ταινίες αριστουργήματα δεν υπάρχουν spoilers, τις βλέπεις και ας στις έχουν περιγράψει στιγμή προς στιγμή).

Όταν την έβλεπα θυμήθηκα την Δίκη του Κάφκα.  Η ταινία περιγράφει ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος, όμως ο Χίτσκοκ μας δείχνει πως η ουσία δεν είναι στην ιστορία αυτή κάθε αυτή, αλλά στο πως βιώνει μια οικογένεια και πιο συγκεκριμένα ο ήρωας, ένα αναπάντεχο γεγονός που μοιάζει να τους πιέζει όλους στον πάτο μιας κοινωνίας έτοιμης να καταδικάσει χωρίς να έχει αποδείξεις για την ενοχή. Δείχνει την ψυχολογία ενός ανθρώπου που καλείται να αποδείξει την αθωότητα του χωρίς να ξέρεις τι αδίκημα έχει διαπράξει, ή πως βιώνει το σοκ του εγκλεισμού ο πρωταγωνιστής μέσα από κάθε συμβολικό στοιχείο. Ίσως σκεφτεί κανείς ότι είναι κάτι εύκολο, να προσπαθείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου όταν είσαι αθώος. Αλλά δεν είναι. Και ο Χίτσκοκ βλέπει τα πράγματα από μία ρεαλιστική σκοπιά αναδεικνύοντας παράλληλα ως μέτρο πίεσης και το ταξικό υπόβαθρο των φτωχών πλην τίμιων πρωταγωνιστών που σπάνε μπροστά σε μια παράλογη πραγματικότητα.

Πάρα το υπερβολικά ελαφρύ τέλος της ταινίας, συγκριτικά με την τόση τσίτα που έχεις περάσει στο ενδιάμεσο, είναι μια ταινία την οποία προτείνω ανεπιφύλακτα.

 

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply